Οι προϋποθέσεις της Χριστιανικής ζωής

Συχνά οι χριστιανοί αναρωτιόμαστε:  γιατί οι άνθρωποι μάς θεωρούν αναχρονιστικούς; Τι ζητά η πίστη μας να κάνουμε και φαίνεται τόσο παρωχημένο, προκαλεί αδιαφορία στους πολλούς, αφήνει την Εκκλησία ως συνήθεια του χτες, ανάμνηση των εορτών;  Ποιες είναι οι προϋποθέσεις της χριστιανικής ζωής που φαντάζουν τόσο απόμακρες από την καθημερινή μας ζωή; Ποιο είναι το εμπόδιο να τις βιώσουμε;

 Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Εφεσίους, μας περιγράφει κάποιες από αυτές τις προϋποθέσεις, για να μπορέσουμε να ζήσουμε με τρόπο αντάξιο Εκείνου που μας κάλεσε στην νέα ζωή. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε» (Εφεσ. 4, 1). Τέτοιες είναι:

Πρώτον πάσα ταπεινοφροσύνη. Ο χριστιανός καλείται στην ζωή του να εμπιστεύεται τον Θεό και το θέλημά Του. Ακόμη και τα χαρίσματά του, ακόμη και τις επιτυχίες και την πρόοδό του, ακόμη και την πνευματικότητα την οποία παλεύει να έχει και να βιώσει, να μην την αποδίδει στον εαυτό του και το εγώ του, αλλά  να την θεωρεί δώρο Θεού. Έτσι προφυλάσσεται από την υπερηφάνεια, στοιχείο της εποχής μας, αλλά και κάθε εποχής, πειρασμός τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουμε συνεχώς όταν αναζητούμε το δίκαιο, την δόξα, την εξουσία.

Δεύτερον πάσα πραότητα. Είναι η καλοσύνη που έχει λείψει από την καθημερινή μας ζωή. Η καλή διάθεση έναντι του άλλου, από τον οποίο σήμερα έχουμε μόνο απαιτήσεις. Γι’ αυτό και η διάθεσή μας είναι επιθετική. Η καλοσύνη συνεπάγεται να μπορούμε να τον ακούμε. Και να προσπαθούμε είτε να ικανοποιήσουμε το αίτημά του είτε να του εξηγήσουμε  ποιο είναι το όφελός του, χωρίς να οργιστούμε, χωρίς να απογοητευτούμε από αυτόν, ακόμη κι αν δεν είναι όπως τον θέλουμε.

Τρίτον μετά μακροθυμίας. Είναι η συγχωρητικότητα που κι αυτή μας δυσκολεύει. Πεπεισμένοι ότι ο εαυτός μας δεν μπορεί να ανέχεται υποτίμηση και προσβολές, λησμονούμε ότι απέναντι στον Θεό είμαστε οφειλέτες και ότι με το να θυμόμαστε το κακό  που μας έκαναν ή νομίζουμε ότι μας έκαναν οι άλλοι άνθρωποι δεν ακολουθούμε τον δρόμο της πίστης. Η κοινωνία μας στηρίζεται στην εκδίκηση, στην τιμωρία, στο μίσος, τουλάχιστον στην πολιτική, στον αθλητισμό, στην καθημερινότητα του Διαδικτύου. Η χριστιανική ζωή αντιτάσσει την μακροθυμία, η οποία καταπραΰνει τα πάθη και γλυκαίνει την πορεία μας, ενώνοντας και όχι χωρίζοντας.

Τέταρτον η ανοχή εν αγάπη αλλήλων. Κάτι που λησμονούμε όταν ισχυριζόμαστε ότι αγαπάμε, είναι η ανεκτικότητα. Η ανοχή απέναντι στα αρνητικά του άλλου. Στην συμπεριφορά του. Στα θέλω του. Στην υπερβολή. Ακόμη και στην εχθρότητα και στην κακία. Κυρίως όμως στα μικροεμπόδια, τις μικροταραχές της καθημερινότητας, τους λογισμούς που μας φορτώνουν με βάσανα και μας κάνουν κακοδιάθετους απέναντι στους άλλους. Η ανοχή απέναντι στην διαφορετικότητα, η οποία είναι πρωτίστως ευλογία, διότι μας κάνει να βλέπουμε πού μπορούμε να πατήσουμε για να συμπληρώσουμε αυτό που μας λείπει, αλλά και σε τι πρέπει να παλέψουμε για να διορθωθούμε τόσο εμείς, όσο και ο άλλος. Γιατί η ανοχή είναι η βάση για τον διάλογο. Για έναν έλεγχο αγαπητικό που χρειαζόμαστε όλοι μας. Είναι η βάση για τη συνύπαρξη, η οποία στηρίζεται στη υπομονή και την αυθεντική αγάπη. Όπως μας ανέχεται ο Θεός, έτσι κι εμείς καλούμαστε να ανεχόμαστε τους άλλους.

Πέμπτον η ενότητα που δίνει το Άγιο Πνεύμα με την ειρήνη που συνδέει τους ανθρώπους μεταξύ τους. Για να προχωρούμε ενωμένοι, χρειάζεται να είμαστε ειρηνικοί. Για να βρούμε τη ειρήνη, όπως λέει ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ, χρειάζεται να θέτουμε συνεχώς στον εαυτό μας το ερώτημα: «Πού βρίσκομαι;».  Αυτό σημαίνει μία διαρκή απόπειρα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, να μην παίρνουμε την ζωή μας με ελαφρότητα, να μην λησμονούμε ότι αν η καρδιά μας δεν έχει ειρηνική πορεία, τότε είμαστε έτοιμοι να έχουμε  διαμάχες με τους άλλους για το ποιος θα επικρατήσει.  Ειρήνη και ενότητα δίνονται από το Άγιο Πνεύμα. Και η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, τόσο στην ζωή της Εκκλησίας, όσο και στην καθημερινή μας πραγματικότητα, μας ευλογεί και μας αγιάζει και κάνει την ζωή μας αλλιώτικη.

Πόσο αναχρονιστικά είναι αυτά τα χαρακτηριστικά της χριστιανικής ζωής; Πόσο μακριά από την ευτυχία που όλοι οι άνθρωποι αναζητούμε, μας οδηγούν; Η απάντηση φαίνεται αυτονόητη, δεν είναι όμως, διότι περνά από μία μεγάλη ανατροπή νοοτροπίας. Από την συνειδητοποίηση ότι ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται. Και σ’ αυτά τα στοιχεία ο πειρασμός αντιτάσσει την συνεχή προτροπή της αυτοθέωσης. Ότι ο άνθρωπος μπορεί από μόνος του να διαμορφώσει την ζωή του, τόσο την προσωπική, όσο και την κοινωνική, χωρίς Θεό. Με κριτήριο την δική του σκέψη. Με κριτήριο τον πολιτισμό, ο οποίος, παρότι έχει ρίζες και βάσεις χριστιανικές, έχει αποδώσει μεγαλύτερη βάση στην εξουσία, τον υλισμό, την ματαιότητα του χρόνου και αρνείται έμπρακτα, προτείνοντας συνεχώς αδηφάγες της σωτηρίας επιλογές, την χριστιανική πίστη.

Είναι καιρός ο καθένας από εμάς να δει και να βρει με κριτήριο την προσωπική του ευθύνη για την ζωή την απάντηση στα αρχικά ερωτήματα. Μόνοι μας δεν είμαστε, διότι συνεχώς ο Θεός περιμένει. Είναι έτοιμος να εισέλθει στην καρδιά μας. Εκφράζει την αγάπη Του, ακόμη και στις δυσκολίες. Και αναμένει την συνεχή μας επιστροφή.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανος